Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Ένα παιδί μεγαλώνει (1) :O ερχομός της Όλγας


Η μητέρα της Όλγας παντρεύτηκε σχετικά μεγάλη για την εποχή της. Γύρω στα τριάντα . Με τον πατέρα της γνωρίστηκαν σ’ ένα σταθμό υπεραστικών λεωφορείων. Ο πατέρας της με τον κολλητό του Γεράσιμο είχαν σταματήσει στο σταθμό για ν’ αλλάξουν λεωφορείο πηγαίνοντας ο καθένας στον τόπο καταγωγής του. Η μαμά της με τη θεία της Ισμήνη δίδυμες, ολόιδιες περνούσαν τυχαία από κει. Γνωρίστηκαν, παντρεύτηκαν . Μέσα σ’ ένα χρόνο. Και οι τέσσερις.

Η μαμά της πριν ήταν αρραβωνιασμένη με προξενιό. Γύρισαν τα δώρα πίσω. Ο μπαμπάς της λογοδοσμένος με την πλούσια νύφη του χωριού. Τους έστησε στα λογοδοσίματα.
Στους έξι μήνες της γνωριμίας τους αρραβωνιάστηκαν. Η μητέρα της ήπιος, πολύ τρυφερός, γλυκομίλητος , πρόσχαρος , ευγενικός άνθρωπος. Ήταν όμως και διεκδικητικός , κτητικός χαρακτήρας με πολύ μεγάλη ευαισθησία σ’ οποιαδήποτε μορφή ανημποριάς και πολύ ανασφαλής.. Ο πατέρας της αυθόρμητος, ευέξαπτος , ανεξάρτητος, χαρούμενος, απότομος και κοινωνικός . Μερικές φορές γινόταν και αγενής. Είχαν και οι δυο ένα κοινό στοιχείο στο χαρακτήρα τους. Ήταν ειλικρινείς. Εκρηκτικός συνδυασμός.

Στους εννιά μήνες έμεινε έγκυος. Στην Όλγα. Δούλευε μέχρι το τέλος της εγκυμοσύνης. Κάποια μέρα έσπασαν τα νερά. Δεν πήρε χαμπάρι τίποτα. Κάποια πελάτισσα που η μητέρα της Όλγας ανέφερε κάποια συμπτώματα που παρατήρησε εκείνη την ημέρα της είπε : “ Καλά κορίτσι μου. Έσπασαν τα νερά . Τι κάθεσαι; Γεννάς.» Ο πατέρας της ήταν στη δουλειά. Γύρισε στο σπίτι , ετοίμασε τα πράγματα που έπρεπε να πάρει μαζί της και ξεκίνησε με τη μάνα της για το μαιευτήριο. Με τα πόδια. Ενάμιση χιλιόμετρο, με τα πόδια.Γέννα δύσκολη. Είχε στεγνώσει. Το παιδί , ή Όλγα. είχε κολλήσει. Φρικτοί πόνοι. Ώρα πολύ. Ξεσκίστηκε. Ευτυχώς όλα πήγαν καλά.

Μόλις η Ελευθερία γέννησε σταμάτησε τη δουλειά. Η Όλγα ως μωρό έκλαιγε συνέχεια. Δεν καθόταν με κανέναν. Γκρινιάρικο παιδί έλεγαν. Στο σπίτι η μητέρα Ελευθερία δε μπορούσε να δουλέψει. Τον μπαμπά Αντώνη τον ενοχλούσαν οι τρίχες. Ένα δωμάτιο σπίτι ήταν. Ήταν κομμώτρια η Ελευθερία. Ο Αντώνης δημόσιος υπάλληλος. Όχι σαν αυτούς σήμερα. Όχι από ρουσφέτι. Είχε πάει στη σχολή και δούλευε και νυχτερινά. .Εργατικός και υπεύθυνος τύπος.
Η μαμά Ελευθερία είχε τελειώσει το σχολείο. Πήγε μέχρι κάποιες τάξεις του δημοτικού. Βαριόταν , δεν την πίεσε και κανείς να συνεχίσει. Έτσι σταμάτησε και πήγαινε και στα χωράφια και δούλευε όποτε υπήρχε ανάγκη για χρήματα στην πενταμελή οικογένεια. Δώδεκα χρονών κοριτσάκι.
Ο Αντώνης ήταν πολύ καλός μαθητής. Τρία χιλιόμετρα με τα πόδια πήγαινε στο σχολείο. Ήθελε να γίνει δικηγόρος. Λόγω αριστερών πεποιθήσεων του πατέρα του το τότε κράτος δεν του το επέτρεψε. Έγινε αναγκαστικά δημόσιος υπάλληλος.

Η Ελευθερία λοιπόν σπίτι. Όλη μέρα ασχολιόταν με την Όλγα. Παίζανε μαζί σα φιλενάδες . Η Όλγα θυμάται σαν τώρα που η μητέρα της έπλενε τα πιάτα και αυτή δίπλα της να παίζει με τις κούκλες της. Το θυμάται σαν τώρα . Ένα μικρό κόκκινο χαλί με κρόσσια.
Η μητέρα την Όλγα την είχε σαν κούκλα. Δε θυμάται να την είχε μαλώσει ποτέ. Ούτε να έχει ακουμπήσει χέρι επάνω της. Μια φορά προσπάθησε να της δώσει μια στα πισινά και η μικρή Όλγα χίμηξε επάνω της. . Ζόρικο, νευρικό παιδί . Κατά τ’ άλλα ή Όλγα ήταν ένα ήσυχο παιδάκι. Δεν τσακωνόταν με τα άλλα παιδιά, δεν απαιτούσε, δεν έκανε τις συνηθισμένες φασαρίες που κάνει ένα ζόρικο μικρό παιδί και πάντα εφεύρε τρόπους να περνάει την ώρα της ευχάριστα και δημιουργικά. Τον πατέρα της τον έτρεμε. Καμία σχέση με τους νέους μπαμπάδες . Μόνο το ρόλο του κουβαλητή εκτελούσε . Το παιχνίδι του μαζί με την Όλγα δεν είχε να κάνει με τρυφερότητα και εκπαίδευση. Όσες φορές ασχολιόταν μαζί της ήταν να την πάρει μαζί του στο δάσος ή να κάνει το συνένοχο σε αταξίες που του άρεσε να κάνει και αυτός. Μια φορά χοροπηδώντας και οι δυο στο κρεβάτι το έσπασαν. Η Ελευθερία έγινε έξαλλη. Μια εβδομάδα κοιμόντουσαν κάτω μέχρι να το επισκευάσουν. Μέσα από το «τζόλεμα» εδειχνε την αγάπη του, με το δικό του άγαρμπο τρόπο.
Γιατί την αγαπούσε την Ολγα . Την αγαπούσε πολύ. (συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου